MenuShortSpaceMenuShortCompanyNameMenuShortArxeionowinnopayContactEng

Τροχαίο από οδηγό με δίπλωμα που έληξε.

adeia odigisis

Τι συμβαίνει στην περίπτωση που σας χτυπήσει όχημα του οποίου ο οδηγός δεν έχει ανανεώσει την ισχύ του διπλώματος του;

Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και κάποιος ειδικός θα πρέπει να αναλύσει τους όρους του συμβολαίου. Όμως στην περίπτωση που το συμβόλαιο ορίζει οτι ο οδηγός θα πρέπει να είναι εφοδιασμένος με δίπλωμα οδήγησης σε ισχύ τότε σε περίπτωση που ο οδηγός δεν είχε δίπλωμα και θα πρέπει να πληρωθεί χρηματική αποζημίωση, τότε η ασφαλιστική θα την καταβάλει αλλά θα την απαιτήσει απο τον ασφαλισμένο. Αυτό θα συμβεί και στην περίπτωση ανηλίκων που χρησιμοποιούν, χωρίς να έχουν δίπλωμα, αυτοκίνητα και εμπλέκονται σε τροχαία δυστυχήματα.

Τα επαγγελματικά διπλώματα έχουν ημερομηνία λήξης και για αυτό θα πρέπει να ανανεώνονται με συνέπεια. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε ατυχήματα με ταξί, φορτηγά, λεωφορεία. Όμως η ερασιτεχνική άδεια και η επαγγελματική είναι συνδεδεμένες και η λήξη της μιας σημαίνει την αυτόματη λήξη και της άλλης.

Τι συμβαίνει όταν ένας επαγγελματίας του οποίου η επαγγελματική άδεια εχει λήξει ( και μαζί της και η ερασιτεχνική άδεια) και εμπλέκεται σε ατύχημα με το προσωπικό του όχημα; Τον καλύπτει η ασφάλεια; Σύμφωνα με τους τύπους δεν εχει κάλυψη. Ομως το δικαστήριο εχει αποφασίσει οτι στην ουσία της η ερασιτεχνική αδεια ισχύει μέχρι τα 65 έτη και άρα, μια και τι ατύχημα έλαβε χώρα με το προσωπικό του όχημα, η ασφαλιστική θα πρέπει να τον καλύψει.

Απόφ. Ειρ. Αθ. 6661/2011
Η διάταξη του άρθρου 25 της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978, (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 6β΄ παρ. 1 εδ. α΄, β΄και γ΄ του Ν. 489/1976, όπως αυτός διαμορφώθηκε με τον Ν. 3557/2007, ο οποίος άρχισε να ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στις 14-5-2007) η οποία προβλέπει τις περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, είναι μεν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, εάν, όμως, οι περιεχόμενες στην άνω διάταξη απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή συμπεριληφθούν, ως συμβατικοί όροι, στην ασφαλιστική σύμβαση, τότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως, το δικαίωμα αναγωγής, κατά του ασφαλισμένου, για να ζητήσει ό,τι κατέβαλε, ως αποζημίωση, προς ικανοποίηση του τρίτου παθόντος, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι ως άνω απαλλακτικές ρήτρες αποκτούν συμβατική ισχύ.
Περαιτέρω, το περιεχόμενο των ως άνω απαλλακτικών όρων, των διαλαμβανομένων στην ως άνω υπουργική απόφαση είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτοί τους αποδέχθηκαν, έστω και αν το ασφαλιστήριο δεν υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο – ασφαλισμένο, καθόσον η εκ μέρους του αποδοχή μπορεί να εκδηλώνεται και σιωπηρά, είτε με την καταβολή των ασφαλίστρων, είτε με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή με την χρήση του ασφαλιστηρίου ή την τοποθέτηση στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, του χορηγηθέντος σ' αυτόν σήματος ή της βεβαίωσης της ασφάλισης, ή με την υποβολή δήλωσης ατυχήματος προς τον ασφαλιστή ή όταν στηρίζει τις αξιώσεις του στο ασφαλιστήριο και επικαλείται και προσκομίζει αυτό στο Δικαστήριο. Εφόσον με την αποδοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου, από τους συμπεριλαμβανομένους σ' αυτό όρους απαλλαγής του ασφαλιστή και ειδικότερα από τον συμπεριλαμβανόμενο όρο της περίπτωσης 6 του άρθρ. 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, που συντρέχει όταν ο υπαίτιος οδηγός στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης, δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο, να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο αυτός θα καταβάλει ως αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα στον ζημιωθέντα τρίτο.
Περαιτέρω, με το άρθρ. 95 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζεται ότι «οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α΄ και Β΄ και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65ο ) έτος ηλικίας τους» (εδ. α΄). «Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους. Με τη λήξη πενταετούς ισχύος των αδειών αυτών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης.» (εδ. β΄). « Η ανανέωση των άδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση .....». (εδ. δ΄).
Εξάλλου, με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι «Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της ...... Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας», Τέλος με την παρ. 5 εδ. β΄ περ. α΄ του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι «Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει αν έληξε ο χρόνος ισχύος της».
Από όλες τις άνω διατάξεις προκύπτει, ότι αυτές δεν αναφέρονται σε επιλεκτική λήξη ή ανανέωση συγκεκριμένης κατηγορίας ή υποκατηγορίας αδειών, αλλά ομιλούν για λήξη της άδειας γενικώς, δηλαδή της άδειας οδήγησης στο σύνολό της. Επανάληψη της θεωρητικής και πρακτικής εξέτασης του οδηγού δεν απαιτεί ο νόμος. Για να πιέσει, όμως, τον κάτοχο σε ανανέωση της άδειας πριν από τη λήξη της ισχύος της ορίζει δραστική κύρωση. Η κύρωση αυτή είναι παύση της ισχύος της άδειας, η οποία μπορεί και πάλι να ανακτήσει την ισχύ της με την ανανέωσή της, εφόσον ο κάτοχός της υποβληθεί στην ιατρική εξέταση που επίσης ο νόμος προβλέπει, η οποία (ανανέωση) ισχύει από τότε που θα χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο η ανανεωμένη άδεια ικανότητας οδηγού. Στην περίπτωση αυτή η άδεια δεν ανατρέχει ούτε μπορεί να ανατρέξει στο χρόνο λήξεως της προηγούμενης άδειας, αφού οι διατάξεις που προαναφέρθηκαν δεν ορίζουν ότι η ανανέωση έχει αναδρομική ισχύ.
Άλλωστε, αυτό δεν θα ήταν σύμφωνο με την πραγματικότητα, αφού η ιατρική εξέταση, που γίνεται σε ορισμένο χρόνο, δεν μπορεί να αναφέρεται σε προγενέστερο χρόνο. (βλ. Αθ. Κρητικό, Αρχ.Ν. 42, 146).
Εξάλλου, με το άρθρ. 25 παρ. 6 της με αριθ. Κ4/585/1978 ΑΥΕ ορίζεται ότι «αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου και διά την κατηγορίαν του οχήματος το οποίον οδηγεί προβλεπομένην άδειαν οδηγήσεως». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ο αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή για το λόγο που σ' αυτήν αναφέρεται (έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού) όχι έναντι αυτού που ζημιώθηκε, αλλά μόνο έναντι του ασφαλισμένου. Όμως, ο όρος αυτός ισχύει εάν έχει περιληφθεί στην ασφαλιστική σύμβαση είτε με την ενσωμάτωσή του σ' αυτήν, είτε με την παραπομπή αυτής στους όρους της ως άνω Υπουργικής Απόφασης. Εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, τότε παρέχεται στον ασφαλιστή το δικαίωμα να αναζητήσει από τον ασφαλισμένο αναγωγικά και πριν ακόμη από την καταβολή της αποζημίωσης στον τρίτο (άρθρ. 69 παρ. 1 περ. ε΄ Κ.Πολ.Δ.) ό,τι υποχρεώθηκε να καταβάλει και κατέβαλε στον τελευταίο εξαιτίας της ασφαλιστικής κάλυψης. Ειδικότερα, η διατύπωση της παρ. 6 του άρθρ. 25 της με αριθ. Κ4/585/1978 ΑΥΕ είναι γενική. Τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή τον συνδέει με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού. Τα αίτια της έλλειψης αυτής δεν ερευνώνται.
Έτσι, περιλαμβάνεται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία ο οδηγός δεν είχε ποτέ ζητήσει και λάβει τέτοια άδεια, όσο και εκείνη κατά την οποία είχε μεν λάβει τέτοια άδεια, αλλά μεταγενέστερα για κάποιο λόγο η άδεια ανακλήθηκε ή έληξε η διάρκεια της ισχύος της (Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα έκδ. 2008, παρ. 28/10 επ.). Η τελευταία αυτή περίπτωση είναι η αναφερόμενη στην παρ. 5 εδ. β΄ περ. α΄ του άρθρου 95 του Ν. 2696/1999. Δεν έχει σημασία ότι το πρόσωπο είχε κατά το παρελθόν τέτοια άδεια. Η διατήρηση της ικανότητας οδηγήσεως είναι συνάρτηση άλλων προϋποθέσεων (ιατρική εξέταση). Η τελευταία είναι απαραίτητη κατά την πρόθεση του νομοθέτη για την διαπίστωσή της και η μη πραγματοποίησή της συνεπάγεται την δραστική κύρωση της παραπάνω διάταξης.
Γι' αυτό ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου που λησμονεί να ανανεώσει την άδεια ικανότητας οδηγού, πρέπει να γνωρίζει, ότι σε περίπτωση ατυχήματος δεν θα έχει την ασφαλιστική κάλυψη στις σχέσεις του με τον ασφαλιστή. Το ανεύθυνο του τελευταίου δεν μπορεί να αναιρεθεί από την προβολή εκ μέρους του οδηγού, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος αυτός είχε πλήρη υγεία, ή ότι δεν συνέτρεχε κανένας λόγος που θα εμπόδιζε την ανανέωση της άδειας αν επεδίωκε αυτήν εγκαίρως. Η απόδειξη αυτή, πέρα από το ότι φαίνεται απρόσφορη διότι αναφέρεται σε προγενέστερο χρονικό σημείο, εάν θεωρείτο δυνατή θα εξουδετέρωνε την σημασία της διάταξης της παρ. 5 εδ. β΄ περ. α΄ του άρθρου 95 του Ν. 2696/1999, η οποία επιβάλλει την ανανέωση της άδειας πριν από τη λήξη της ισχύος της. Πέρα από αυτό με τέτοια απόδειξη οι σχέσεις του ασφαλιστή και ασφαλισμένου παύουν να στηρίζονται σε μία απλή αυστηρή ρύθμιση και εισέρχονται σ' ένα στάδιο αντιδικίας προς απόδειξη της συνδρομής ή μη της ικανότητας προς οδήγηση από ιατρική άποψη (Εφ.Πατρ. 32/2008 τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, Εφ. Θρ. 67/2001 Αρμ. ΝΕ΄ 2001, 1342).
Στην κρινόμενη αγωγή και κατά την ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία εκθέτει, ότι με το με αριθ. _____ ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που κατάρτισε με την α΄ εναγομένη, είχε ασφαλίσει κατά το χρόνο του ατυχήματος το με αριθ. κυκλ. ____ ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του. Ότι η ασφαλιστική αυτή σύμβαση με βάση όρο της, που αποδέχτηκε η α΄ εναγομένη – ασφαλισμένη της, διέπεται και από τον διαλαμβανόμενο στο άρθρο 25 παρ. 6 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου όρο, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης οι ζημίες που προξενούνται από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί προβλεπόμενη άδεια οδήγησης. Ότι στις 28-12-2006 ο β΄ εναγόμενος, προστηθείς από την α΄ εναγομένη, οδηγώντας το παραπάνω αυτοκίνητο, χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης σε ισχύ, προξένησε από υπαιτιότητά του και κάτω από τις ιστορούμενες στην αγωγή συνθήκες, σύγκρουση με την με αριθ. κυκλ. _____ 665 δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του Ψ1, που οδηγούσε ο Ψ2, κατά την οποία η άνω μοτοσικλέτα υπέστη φθορές και βλάβες ο δε οδηγός αυτής τραυματίστηκε.
Ότι οι ζημιές που προξενήθηκαν από το ατύχημα αυτό δεν καλύπτονται ασφαλιστικά, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο όρο της άνω ΑΥΕ, ο οποίος αποτέλεσε περιεχόμενο της εν λόγω ασφαλιστικής συμβάσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της α΄ εναγομένης, τον οποίο, όμως, (όρο) δεν δύναται να αντιτάξει κατά του άνω ζημιωθέντος – τρίτου (άρθρ. 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976). Ότι, αφού έλεγξε τις ζημιές που υπέστη η ζημιωθείσα μοτοσικλέτα και ο οδηγός αυτής και διαπίστωσε την βασιμότητα των απαιτήσεων του ιδιοκτήτη και του οδηγού αυτής, ήλθε σε εξώδικο συμβιβασμό μαζί τους και τους κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.410,00 ευρώ (410,00 + 2.000,00) ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προς εξόφληση κάθε απαιτήσεώς τους. Ζητεί δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 2.410,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν στα δικαστικά της έξοδα.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρ. 14 παρ. 1α, 42 Κ.Πολ.Δ.,) καθόσον η θεμελίωση του δικαιώματος της αναγωγής εδράζεται στην ασφαλιστική σύμβαση, που προβλέπει τη ρήτρα απαλλαγής και στην οποία ορίζεται παρέκταση αρμοδιότητας, κατά τη ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 666, 667, 670 – 676 και 681 Α Κ.Πολ.Δ που εφαρμόζονται και για την εκδίκαση της αγωγής εξ αναγωγής (Αθ. Κρητικός, αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, παρ. 28/112) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 481 επ., 346 ΑΚ, 10 παρ. 1, 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, 25 παρ. 6 του άρθρου Κ4/585/5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, 2, 4, 5, 9, 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 95 του Ν. 2696/1999, 907, 908 παρ. 1δ΄ και 176 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, η ένδικη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη δικαστικού ενσήμου (βλ. το με αριθ. 560178 έντυπο αγωγόσημο, με τα επικολληθέντα επ' αυτού κινητά ένσημα υπέρ του ΤΝ και ΤΠΔΑ).
Οι εναγόμενοι αρνούνται την αγωγή και ισχυρίζονται ότι ασκείται καταχρηστικά, καθόσον η ενάγουσα επικαλείται την τυπική έλλειψη ανανέωσης της επαγγελματικής άδειας που κατείχε ο β΄ από αυτούς, προκειμένου να μετακυλίσει σ' αυτούς τις υποχρεώσεις της από την ασφαλιστική σύμβαση, τη στιγμή μάλιστα που ο β΄ εναγόμενος οδηγούσε ΙΧΕ αυτοκίνητο και όχι ΔΧΕ αυτοκίνητο, αφού κατά τεκμήριο η οδηγική ικανότητα ενός κατόχου επαγγελματικής άδειας οδήγησης που δεν έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του είναι αυξημένη σε σχέση με αυτήν ενός κατόχου ερασιτεχνικής άδειας οδήγησης, η οποία δεν χρειάζεται καμία θεώρηση και συνεπώς η μη ανανέωση της επαγγελματικής άδειας ικανότητας του β΄ εναγομένου δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Συνθήκες ατυχήματος - Υπαιτιότητα
Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε από το τμήμα τροχαίας Χανίων, τους ισχυρισμούς τους, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις τους για τα πραγματικά περιστατικά (άρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ) αποδείχτηκαν, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: ]
Στις 28-12-2006 και περί ώρα 12.00΄ ο προστηθείς από την α΄ εναγομένη οδηγός, Χ1 – β΄ εναγόμενος, οδηγούσε το με αριθ. κυκλ. ____ ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της (α΄ εναγομένης) και εκινείτο επί της μονής κατευθύνσεως οδού Βαλαωρίτου στην περιοχή των Χανίων της Νήσου Κρήτης, με κατεύθυνση προς την οδό Σολωμού. Την ίδια ώρα και επί της οδού Σολωμού, η οποία στο σημείο που συμβάλλεται την πιο πάνω οδό Βαλαωρίτου τέμνει κάθετα αυτήν, εκινείτο η με αριθ. κυκλ. ____ δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο Ψ2, με κατεύθυνση προς την οδό Σφακίων. Στο ύψος της άνω συμβολής και από δεξιά της οδού Βαλαωρίτου ξεκινά και η μονής κατευθύνσεως οδός Σφακίων σχηματίζοντας σχήμα «Λ» με αυτήν (Βαλαωρίτου). Η άνω οδός Βαλαωρίτου στο σημείο που συμβάλλεται με τις άνω οδούς (Σολωμού και Σφακίων) και πριν από την συμβολή της με αυτές έχει πινακίδα με την ένδειξη στοπ, ρύθμιση που επιβάλλει στους οδηγούς που την χρησιμοποιούν να διακόπτουν την πορεία τους πριν από τον άνω ισόπεδο οδικό κόμβο. Όταν ο β΄ εναγόμενος και οδηγός του _____ ΙΧΕ αυτοκινήτου έφθασε στο ύψος της άνω συμβολής ανέκοψε σημαντικά την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των αυτοκινήτων που εκινούντο από αριστερά του επί της οδού Σολωμού και να βεβαιωθεί ότι κανένα όχημα δεν εκινείτο επ' αυτής για να συνεχίσει την πορεία του.
Όμως, επειδή η ορατότητά του περιοριζόταν από αριστερά από δύο σταθμευμένα επί της συμβολής των οδών Βαλαωρίτου και Σολωμού αυτοκίνητα, συνέχισε με μικρή ταχύτητα την πορεία του, επιχειρώντας να εισέλθει στην συμβολή, έχοντας ήδη προσπεράσει κατά ένα μέρος την οδό Σφακίων που συμβάλλεται με την οδό Βαλαωρίτου από τα δεξιά του. Τότε, όμως, ο οδηγός της _____ δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος εκινείτο επί της οδού Σολωμού και είχε πλησιάσει στο σημείο της συμβολής των άνω οδών, έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην οδό Σφακίων συνέχισε την πορεία του με αμείωτη την αρχική του ταχύτητα και επιχείρησε να εισέλθει σ' αυτήν εκτελώντας ελαφρά κάμψη προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του _____ ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στην δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας, ο οδηγός της οποίας δεν μπόρεσε να προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό και να αποφύγει τη σύγκρουση. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει, ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του α΄ εναγομένου και οδηγού του _____ ΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος ένεκα ελλείψεως της προσοχής την οποία μπορούσε αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλε βάσει των νομικών κανόνων και της κοινής πείρας ως μέσος συνετός άνθρωπος να καταβάλει, παρέλειψε να τηρεί τις διατάξεις του ΚΟΚ (άρθρ. 4 παρ. 3, 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 2, 3 και 26 παρ. 4) και να οδηγεί με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του. Ειδικότερα, με βάση την επιμέλεια αυτή και τους κανόνες της οδικής κυκλοφορίας των οχημάτων, όφειλε να οδηγεί το αυτοκίνητό του με σύνεση και προσοχή και μάλιστα όφειλε όχι μόνο να διακόψει την πορεία του, αλλά να κινηθεί στη συνέχεια με ιδιαίτερη προσοχή λόγω του ότι στο σημείο εκείνο, όπου συμβάλλονται τρεις οδοί, δημιουργείται ανοιχτός χώρος και να μην επιχειρήσει να εισέλθει στην συμβολή προτού βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το κάνει, χωρίς να δημιουργήσει κίνδυνο στην άνω μοτοσικλέτα, την οποία θα μπορούσε να έχει αντιληφθεί έγκαιρα.
Η μη ακινητοποίησή του πριν από την συμβολή (και μετά το σήμα στοπ, δεδομένου ότι στην εν λόγω συμβολή υπάρχει ιδιομορφία που δεν επιτρέπει τον έλεγχο των κινουμένων επί της οδού Σολωμού αυτοκινήτων αν κάποιος δεν προσπεράσει το στοπ) δεν του επέτρεψε να αντιληφθεί εγκαίρως τον κίνδυνο, με αποτέλεσμα να εκτιμήσει λανθασμένα την πραγματική κατάσταση του οδοστρώματος, να συνεχίσει την πορεία του και να επιπέσει έτσι στο πλάγιο δεξιό τμήμα της μοτοσικλέτας, ο οδηγός της οποίας αιφνιδιασθείς από την απροειδοποίητη και απρόσμενη παραπάνω ενέργεια του ανωτέρω οδηγού δεν μπόρεσε να ενεργήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό και να αποτρέψει την πλαγιομετωπική σύγκρουση.
Περαιτέρω, η με αριθ. κυκλ. ____ δίκυκλη μοτοσικλέτα του Ψ1, υπέστη, συνεπεία της συγκρούσεως, διάφορες φθορές και βλάβες προς αποκατάσταση των οποίων απαιτήθηκε να δαπανηθούν τα εξής ποσά: 1) Για την αγορά ανταλλακτικών προς αντικατάσταση των καταστραφέντων από την σύγκρουση και συγκεκριμένα: Για εμπρόσθιο τροχό, σταυρό πηρουνιού, βάση τιμονιού, τιμόνι, φτερό, έξω αριστερή και δεξιά ποδιά και εσωτερική δεξιά ποδιά 337,96 ευρώ (284,00 + 53,96 ΦΠΑ) (βλ. το με αριθ. ____ τιμολόγιο – δελτίο αποστολής του εμπόρου ανταλλακτικών ____). 2) Για εργασίες επισκευής και ειδικότερα:
Για αντικατάσταση των πιο πάνω ανταλλακτικών και ίσιωμα καλαμιών 95,20 ευρώ (80,00 + 15,30 ΦΠΑ) (βλ. το με αριθ. ____ τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του ίδιου πιο πάνω εμπόρου). Επομένως, η συνολική δαπάνη για τα ανταλλακτικά και τις εργασίες επισκευής ανήλθε στο ποσό των 433,16 ευρώ. Εξάλλου, αποδείχτηκε, ότι από το επίδικο ατύχημα ο οδηγός της μοτοσικλέτας, Ψ2, τραυματίστηκε και για το λόγο αυτό διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων «Ο Άγιος Γεώργιος», όπου υποβλήθηκε σε κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα δεξιάς κνήμης και παρέμεινε σ' αυτό νοσηλευόμενος από 28-12-2006 έως 5-1-2007, χωρίς να του χορηγηθεί αναρρωτική άδεια (βλ. το με αριθ. πρωτ. 1135 / 23-1-2007 έγγραφο του άνω νοσοκομείου). Δεν αποδείχτηκε δε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο άνω οδηγός της μοτοσικλέτας εργαζόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και για 5 ½ μήνες ως διανομέας στο οβελιστήριο – φαστ-φουντ του ____ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι απώλεσε από την εργασία του το ποσό των 3.261,72 ευρώ (593,04 ευρώ Χ 5 ½ μήνες). Αντίθετα, όπως προκύπτει από την από 5-5-2007 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, που ελήφθη από την ανακριτική υπάλληλο του τμήματος τροχαίας Χανίων, ο εν λόγω οδηγός δήλωσε, ότι ήταν άνεργος. Η ενάγουσα κατέβαλε προς τους άνω ζημιωθέντες το συνολικό ποσό των 2.410,00 ευρώ και συγκεκριμένα στον μεν πρώτο το ποσό των 410,00 ευρώ, στον δε δεύτερο το ποσό των 2.000,00 ευρώ, κατόπιν εξωδίκου συμβιβασμού ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τις ζημίες που υπέστησαν σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαιτήσεως και αξιώσεώς τους προερχόμενης και δυνάμενης να προκύψει από την παραπάνω αιτία.

Μη ανανέωση άδειας ικανότητας οδήγησης
Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι η α΄ εναγομένη, είχε ασφαλίσει το ______ ΙΧΕ αυτοκίνητό της στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει του με αριθ. _____ ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από 8-9-2006 έως 8-3-2007. Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφονται οι όροι, που διέπουν την ασφαλιστική σχέση της ασφαλισμένης - κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρίας – ενάγουσας, αναφέρεται δε ότι η καταρτισθείσα ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 489/1976, της ΥΑ Κ4/585/1978 ΦΕΚ 795, η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου 6 του Ν. 489/1976 και τις διατάξεις του Ν. 2496/1997, όπου δεν τροποποιείται από τους ως άνω ειδικούς νόμους, του Ν.Δ. 400/70 και τους συνημμένους ασφαλιστικούς όρους (Γενικούς Ειδικούς και προαιρετικών Καλύψεων) οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο και ενιαίο σύνολο μετ' αυτής.
Ειδικότερα δε στο πίσω μέρος του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναφέρεται ότι «Δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί. Άδεια οδηγήσεως για άλλους τύπους οχημάτων δεν ισχύει». Με τη ρητή αυτή παραπομπή της σύμβασης ασφαλίσεως στο κείμενο της ΥΑ Κ4/585/1978 έγινε περιεχόμενο της συμβάσεως και αποτέλεσε συμβατικό όρο της μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσης και η παρ. 6 του άρθρ. 25 αυτής, σύμφωνα με την οποία αποκλείονται από την ασφάλιση ζημιές που προξενούνται από οδηγό ο οποίος δεν έχει την άδεια οδηγήσεως, που προβλέπεται από το νόμο, για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί. Και ναι μεν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν φέρει την υπογραφή της α΄ εναγομένης, πλην όμως, η ενάγουσα έθεσε στην διάθεση αυτής, αντίγραφο του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συνεπώς αυτή έλαβε γνώση των αναφερομένων σ' αυτό περιοριστικών όρων της ασφαλιστικής κάλυψης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος που προβλέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη.
Η τελευταία δε όχι μόνο δεν απέκρουσε τους ως άνω όρους του ασφαλιστηρίου, αλλά αντίθετα τους αποδέχθηκε σιωπηρά και έτσι απέκτησαν συμβατική ισχύ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Εκτός τούτου, η α΄ εναγομένη προέβη και στις ακόλουθες πράξεις που σαφέστατα υποδηλώνουν την αποδοχή της ασφαλιστικής σύμβασης και των όρων αυτής, ήτοι, παρέλαβε το «ειδικό σήμα» και κατέβαλε τα ασφάλιστρα για την άνω ασφαλιστική περίοδο. Επομένως, εφόσον με τους ως άνω τρόπους, η α΄ εναγομένη αποδέχθηκε την ασφαλιστική σύμβαση και την λειτουργία αυτής με τους γενικούς όρους, στους οποίους, ως προεκτέθηκε, διαλαμβανόταν και ο όρος του άρθρου 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4/585/1978, καταρτίστηκε εγκύρως η επίδικη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον, με την ανωτέρω αποδοχή της πρότασης από την α΄ εναγομένη, αναπληρώνεται η υπογραφή της στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με συνέπεια να δεσμεύεται από αυτό.
Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 173 ΑΚ κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά δε το άρθρο 200 ΑΚ οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο συμβατικός όρος μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή, περί αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου σε περίπτωση οδηγήσεως αυτοκινήτου χωρίς την προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχτηκε, ότι ο β΄ εναγόμενος, ο οποίος ήταν γεννημένος στις 7-4-1953 (55 ετών κατά την ημέρα του ατυχήματος) και οδηγούσε το ΧΝΖ – 5846 ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατείχε από 25-7-1975 την με αριθ. 1050877 άδεια οδήγησης κατηγορίας Β, που ήταν προορισμένη για την οδήγηση φορτηγών αυτοκινήτων με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μέχρι 3.500 χιλιόγραμμα. ή αυτοκίνητα επιβατηγά των οποίων ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθημένων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ ή αυτοκίνητο μικτής χρήσης με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μέχρι 3.500 χλγ. και μέγιστο αριθμό θέσεων καθημένων μέχρι οκτώ.
Η ισχύς της άδειας αυτής είχε λήξει στις 14-7-2003, έκτοτε δε και μέχρι την ημερομηνία του ατυχήματος (28-12-2006) ο β΄ εναγόμενος δεν την είχε ανανεώσει, ενώ την ανανέωσε στις 23-8-2007 και για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, ήτοι μέχρι τις 23-8-2012, δεδομένου ότι χρησιμοποιείτο συγχρόνως και για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (επαγγελματική άδεια). Στην άδεια αυτή είναι ενσωματωμένη και η άδεια οδήγησης για ΙΧΕ αυτοκίνητα, ο κάτοχος της οποίας μπορεί να οδηγεί ΙΧΕ αυτοκίνητα χωρίς καμία ανανέωση μέχρις ότου συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του (ερασιτεχνική άδεια). Είναι φανερό, ότι η υποχρέωση του κατόχου άδειας οδήγησης κατηγορίας Β, (όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης) για ανανέωση ανά 5ετία αυτής, αφορά μόνο το δικαίωμά του για οδήγηση ΔΧ αυτοκινήτων και όχι το δικαίωμά του για οδήγηση ΙΧΕ αυτοκινήτων, το οποίο (δικαίωμα) υπάρχει ανεξαρτήτως ανανέωσης μέχρι την συμπλήρωση του 65ου έτους ηλικίας. Διαφορετικά ο κάτοχος άδειας οδήγησης κατηγορίας Β για ΙΧΕ αυτοκίνητα (ερασιτεχνική άδεια) θα δικαιούται να οδηγεί ΙΧΕ αυτοκίνητο μέχρι την ηλικία των 65 ετών χωρίς καμία ανανέωση, ο δε κάτοχος άδειας οδήγησης κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων ΔΧ, που κατά τεκμήριο είναι αυξημένης οδηγικής ικανότητας, θα δικαιούται να οδηγεί ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο για χρονικό διάστημα 5 ετών.
Επομένως, ο όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σύμφωνα με τον οποίο αποκλείεται η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας σε περίπτωση οδήγησης του αυτοκινήτου από οδηγό μη έχοντα την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια οδήγησης, καθώς και ότι δεν ισχύει άδεια οδήγησης για άλλους τύπους οχημάτων, είναι ασαφής και ερμηνευόμενος όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, έχει την έννοια ότι για την καθιέρωση της πιο πάνω ρήτρας οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου είχε την ικανότητα οδήγησης αυτού και κατείχε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια για την κατηγορία του αυτοκινήτου (ΙΧΕ) και όχι στην τυπική προϋπόθεση της ισχυρής άδειας οδήγησης Β κατηγορίας (επαγγελματικής), στην περίπτωση που αυτός οδηγούσε αυτοκίνητο διαφορετικής και μάλιστα μικρότερης κατηγορίας από εκείνη που η άδειά του επιτρέπει.
Συνεπώς, ο β΄ εναγόμενος, που διέθετε μόνο επαγγελματική άδεια ικανότητας οδήγησης κατά το χρόνο του ατυχήματος, στην οποία ενσωματώνεται και η ερασιτεχνική, δεδομένου ότι δεν δικαιούται να κατέχει δεύτερη άδεια, δεν βλάπτει ότι αυτός κατά το ατύχημα οδηγούσε ΙΧΕ αυτοκίνητο, αφού καλύπτεται η πρόθεση στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης, δηλαδή η αποφυγή περίπτωσης να οδηγείται το ασφαλιζόμενο όχημα από άτομο που δεν γνωρίζει να οδηγεί αυτοκίνητο αυτής της κατηγορίας και επομένως, δεν συντρέχει η περίπτωση του άρθρ. 25 παρ. 6 της ΑΥ Κ4/585/1978, δηλαδή η ενάγουσα καλύπτει την α΄ εναγομένη - ασφαλισμένη και τον β΄ εναγόμενο – οδηγό, ακόμη και στην περίπτωση που η άνω επαγγελματική άδεια είχε παύσει να ισχύει για την οδήγηση ΔΧ αυτοκινήτων, καθόσον ισχύει ως ερασιτεχνική χωρίς καμία ανανέωση μέχρι την ηλικία των 65 ετών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η λήξη ισχύος αυτής δεν επέδρασε αιτιωδώς στο ζημιογόνο γεγονός.
Επομένως, έπειτα από τα πιο πάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε είχε ιδιάζουσα δυσχέρεια (άρθρ. 179 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αγωγή.
Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Κρίθηκε,

ΠΗΓΗ: WWW.ESD.GR - ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Joomla forms builder by JoomlaShine

 


slog3
slogan2

Αναζήτηση